Στη μυροβόλο Χίο













Το Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Χίου, στα πλαίσια του μήνα Θεάτρου
οργανώνει ένα διήμερο Εργαστήρι για την Τέχνη της Αφήγησης
και 3 Αφηγήσεις στα Νηπιαγωγεία Βροντάδου και Λιβαδίων, 13 και 14 Νοεμβρίου.
Ε, βέβαια, θα 'μαι κι εγώ εκεί μ' ένα κόκκινο βρακί!

Ο Δέντρος που φύτρωσε πριν ένα χρόνο





















Έφυγαν, λέει, νύχτα από το χωριό, όλο το χωριό. Τους κυνηγούσαν.
Εκείνη είχε ένα λεχούδι στην αγκαλιά της•  νύχτωνε, χάθηκε από τους άλλους.
Χώθηκε στην κουφάλα ενός δέντρου, κι έμεινε εκεί κρυμμένη τρεις μέρες, θηλάζοντας το μωρό,
μην κλάψει και την προδώσει…
Άραγε ξαναπέρασε, αργότερα από ‘κείνο το δέντρο; Διηγήθηκε ποτέ στο παιδί πως αυτή η ελιά τους έσωσε;
Κοριτσάκι 10 – 11 χρόνων, το σκάει από την οικογενειακή γιορτή, βράδυ, κατεβαίνει τη σιδερένια σκάλα της αυλής  
και πάει στην αμυγδαλιά. Αγκαλιάζει τον κορμό, κολλάει το πρόσωπο στην ανώμαλη επιφάνεια και ψιθυρίζει λόγια παρηγορητικά•  γιατί στο μεγάλο κρυστάλλινο βάζο, είχανε κόψει κλαριά ανθισμένα, μέσα Δεκέμβρη,           
να λαμπρύνουν τη γιορτή.
Αργότερα στο λύκειο, το διάλλειμα η παρέα μαζεύεται γύρω απ’ το μεγάλο δέντρο της αυλής.
Ένα κορίτσι βγάζει το σουγιαδάκι και ενώ μιλάνε, γελάνε , κοροϊδεύουν, χαράζει γράμματα στο κορμό του.
Κι εκείνη φωνάζει: «Σταμάτα! Πονάει! Σταμάτα!»
Ψυχικά επιβιώματα μιας αρχέγονης συνείδησης, της εποχής που όπως λένε τα παραμύθια: τα ζώα μιλούσανε 
μ’ ανθρώπινη λαλιά. Και ο άνθρωπος, παρ’ όλο το δέος απέναντι στη ζωή που τον περιβάλλει, συγγενεύει και διαλέγεται με όλον τον περίγυρό του, μέσα από τελετουργίες που αποδίδουν και κοινωνούν την ιερότητα κάθε ύπαρξης,        
και την λειτουργία της μέσα στο μέγιστο γεγονός Ζωή.
Στον ποιητικό και μεταφορικό τρόπο των παραμυθιών, σ’ αυτήν την κουρελού από κουρέλια-μνήμες παλαιότατων εποχών, έρχονται πολύ συχνά τα λουλούδια, τα φυτά, τα δέντρα να εικονίσουν, αλλά και να συμβολίσουν αισθήματα, καταστάσεις, σχέσεις, άρρητα με τον καθημερινό λόγο.
«Σαν ήπιε ο βασιλιάς το αίμα του σκυλιού, κι επειδή αγαπούσε πολύ την αδελφή του, 
έπεσε άρρωστος βαριά κι εφύτρωσε από την καρδιά του ένας δέντρος…»
Δέντρος είναι η δρυς. Εικόνα φριχτή, συγκλονιστική, που άμα τη δεις, αυτόματα αναπηδούν αισθήματα,
εμπειρίες που κατασταλάζουν σε επίγνωση.
Η γλώσσα μας ριζώνει στη σχέση. Όλα έχουν όνομα, δηλαδή πρόσωπο, για να συνομιλήσουμε μαζί τους,
ν’ αποκτήσουμε μέσα από τη σχέση ταυτότητα και να εξημερώσουμε την άγνοια – φόβο.
Αυτό αναδεικνύεται στα παραμύθια και σ’ όλα τα είδη του προφορικού λόγου.
Εκεί που παίρνει το πάνω χέρι ο ρυθμός, η μουσική, η εικόνα, η λιτότητα.
Από ένα σημείο και μετά, βίαια, συντονιστήκαμε με άλλους ρυθμούς.
Η συνείδηση του «παιδιού» μέσα στη Δημιουργία ενός Πατέρα, που δι’ αυτής του μιλά και το καθοδηγεί,
μεταβλήθηκε στο μοναχικό άναρχο πλάσμα, που απώλεσε την οργανική σχέση με το περιβάλλον του, απώλεσε
την ιερότητα του μυστηρίου της άγνοιάς του.
Λατρεύω τα παραμύθια• είναι το περιβόλι όπου βρίσκουν τρόπο να εικονιστούν αρχέγονες μνήμες,   
που αισθάνομαι καθαρά ότι κληροδοτούνται και δεν σβήνονται, όσο κι αν ζούμε σε ουρανοξύστες…
Ο τρόπος που τα προσεγγίζω είναι η γοητεία που ασκούν μέσα μου, κι ας μην καταλαβαίνω γρι•  έχουμε πολλούς τρόπους να αντιλαμβανόμαστε και να κατανοούμε. Κι έπειτα, στη μακρόχρονη σχέση μαζί τους, ήπια και αγαπητικά φανερώνουν τα μυστικά τους, δηλαδή γίνονται οι συνδέσεις με την σημερινή ζωή• και δεν έχουν τελειωμό…
Για σκεφτείτε πόσα χρόνια κοσκινίζονται από στόμα σε στόμα, κι από εμπειρία σε εμπειρία για να μπορούν να συγκινούν… Είναι ένα πυκνό σώμα μνήμης, που συμπεριλαμβάνει το γεγονός Ζωή, σ’ όλες τις μύχιες εκφάνσεις του.
Ο υπότιτλος και κριτήριο επιλογής των παραμυθιών αυτής της συλλογής, είναι όπως καταλαβαίνετε συμβατικός.
Ένα παιχνίδι – κίνητρο της έκδοσης.
Ο λόγος των παραμυθιών δεν είναι κυριολεκτικός, δεν μιλούν για τα φυτά  και τα δέντρα… σ’ αυτήν την περίπτωση
είναι πολύ πιο χρήσιμο ένα βιβλίο Φυτολογίας.
Σας προσκαλούμε μ’ αυτήν την αφορμή, να βρείτε παραμύθια που αγαπώ
κι εύχομαι ν’ αγαπήσετε κι εσείς.                                                                                               
                                                                                                   Α. Σ.
                                                                                          Μάρτης του ‘16

Δυο λόγια για τα λαϊκά παραμύθια στις κρυψώνες

     











Τα λαϊκά παραμύθια μεταφέρθηκαν, μέσα στους αιώνες, μόνο με τον προφορικό λόγο, μέχρι ν’ αρχίσουν να καταγράφονται  κατά τον 19ο αιώνα.
Είναι ένας λόγος μεταφορικός, ποιητικός, γεμάτος μνήμες και μυστικά. Ακολουθώντας τους νόμους της προφορικότητας, υποτάσσεται στη μουσική των φθόγγων, μιλά με εικόνες, έχει οικονομία και κυρίως έχει ελευθερία στην έκφραση που πλημμυρίζει από τους χυμούς της ζωντανής επικοινωνίας.
Το ότι επιβίωσαν μέσα σε τόσους αιώνες, μαρτυρά το βαθύ τους ρίζωμα στα «χούγια» της ψυχής μας.
Τα τελευταία εξήντα χρόνια, με τις ραγδαίες αλλαγές στην καθημερινότητά μας –αστικοποίηση, εργασία, κατοικία, διατροφή, ντύσιμο, ψυχαγωγία, σχέση με την οικογένεια, την Φύση, σχέση με το σώμα και κυρίως σχέση με το Θεό – βρισκόμαστε σε κατάσταση παραζάλης και χάνουμε τα φίλτρα μας απέναντι στο «αλλότριο», που πάντα ως λαός καλοδεχόμαστε, αλλά είχαμε τη δύναμη και ν’ αφομοιώνουμε.
Πού το παιγνιώδες, ανατρεπτικό πνεύμα των παππούδων μας που μιλούσαν με το αίνιγμα, το περιπαιχτικό στιχάκι, τη μεταφορά… που πατούσαν γερά πάνω στα πόδια τους και μπορούσαν να διαλεχτούν με το γνωστό και το άγνωστο στη ζωή τους, καλλιεργώντας και αναπτύσσοντας ευφάνταστους τρόπους όπως τους μαρτυρά η μεγάλη ποικιλία της προφορικής μας παράδοσης: τραγούδια, νανουρίσματα, μοιρολόγια, λαχνίσματα, ταχταρίσματα, παινέματα, γλωσσοδέτες, χελιδονίσματα, αινίγματα, ξορκίσματα και πολλά άλλα, και βεβαίως παραμύθια!
Τώρα, στο σχολικό περιβάλλον, αν ο δάσκαλος δεν έχει μια ιδιαίτερη προτίμηση, μνήμη ή μύηση στα παραμύθια, ίσως του φανούν παράξενα, ξένα, «ακατάλληλα»!
Ναι, ζητούν άλλη σχέση με τα παιδιά, σχέση «συνενοχής», αυτήν που μοιραζόμαστε με τον άλλο μυστικά!
Ξεκινάμε με τους μαθητές μας μαζί• πιασμένοι από το χέρι μπαίνουμε σ’ ένα μαγικό περιβόλι, βιώνουμε την ίδια εμπειρία που δεν ξέρουμε από την αρχή τι ίχνη θ’ αφήσει στον καθένα μας.
Κάποιοι θα γοητευθούν πολύ, άλλοι λιγότερο, πάντως είναι σίγουρο πως αν συγκινούν αυτόν που τα μεταφέρει, η συγκίνηση αυτή μεταδίδεται με τους άρρητους τρόπους του σώματος, του βλέμματος, της χροιάς της φωνής.
Γι αυτούς που θα το τολμήσουν, διευκρινίζω ότι η θεματική επιλογή είναι απολύτως συμβατική. Όπως είπαμε ο λόγος δεν είναι κυριολεκτικός, αλλά μεταφορικός, οπότε υπάρχει δεύτερο και τρίτο… και νιοστό επίπεδο ανάγνωσης.
Τα αφηγούμαι πάνω από 20 χρόνια κι ακόμη, κάθε φορά α ν α κ α λ ύ π τ ω !
Γιατί σφύζουν από ζωή κι άρα η κατανόηση εξαρτάται από την ωριμότητα, την ευαισθησία, τους προβληματισμούς του αποδέκτη τους. Οπότε, σας προτείνω  να μην ακολουθήσουν ανιαρές συζητήσεις για το συμπέρασμα, που σαν απόχη πάει να φυλακίσει το πέταγμα της φαντασίας, τη διαισθητική διαδρομή που θα βρει τον δικό της χρόνο να κατασταλάξει σε νόημα. Άλλωστε το κουκούτσι των λαϊκών παραμυθιών περιέχει το βαθύτερο «θέλω» ενός ανθρώπου, όπως είναι τα παιδιά κι όχι όπως οι τρέχουσες νουθετήσεις που δεν προωθούν τα ρεύματα της ζωής, αλλά το φόβο μην ξεχωρίσουμε από την μέση αντίληψη του «καλού» παιδιού, κι αργότερα του «καλού» πολίτη.
Τα λαϊκά παραμύθια στοχεύουν στον ώριμο άνθρωπο, που αντέχει τις αντιφάσεις της ζωής και λαχταράει να την γευτεί ως το τέλος.
Το παραμύθι ακολουθείται από σιωπή. Παρατηρείστε το βλέμμα, το σώμα των μαθητών σας να δείτε τι μιλούν και λέγουν αυτά.
Η ιδιαιτερότητα της μορφής - σύνταξη, λέξεις… - των παραμυθιών είναι το περιεχόμενό τους, δεν μεταγλωττίζονται στον καθημερινό μας λόγο, γιατί τότε αποδομούνται, καταντούν ανόητα. Αυτό που μεταφέρουν μεταδίδεται μέσα από τη μουσικότητα του λόγου, την ιδιαιτερότητα των λέξεων. Άλλωστε τα παιδιά καταλαβαίνουν από τα συμφραζόμενα και κυρίως από το αίσθημα που φέρουμε. Ας μην τα διαψεύσομε στο αίσθημα• όλα τα φέρουμε και όλα τα αναγνωρίζουμε. Η ζωή μας ξεπερνάει, είναι ένα ακατανόητο θαύμα, στο οποίο καλούμαστε να συμμετάσχουμε ολόκληροι.

Στα παραμύθια που διάλεξα έχω κάνει κάποια επιμέλεια κατά τη δική μου αντίληψη και αισθητική, άλλωστε συμβιώνουμε πολλά χρόνια, τους είμαι αφοσιωμένη και μου το επιτρέπουν.
Καλή διαδρομή!                                                                                                                                    

Κείμενο που έγραψα το 2017 για το βιβλίο της Άννας Νεπαυλάκη "Φτού και βγαίνω" 8 κρυψώνες αυτοεκτίμησης.     Αυτή είναι η εισαγωγή προς τους "χρήστες" του βιβλίου, που περιέχει και 8 λαϊκά παραμύθια. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ.

Συνέντευξη













Συνέντευξη στην Μαριάννα Δεβετζή, για ένα ηλεκτρονικό περιοδικό που αφορά στο βιβλίο.
 http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ekdoseis/hlektronikes-ekdoseis/anw-katw-teleia-akt.html


Γιατί παραμύθια;
Γιατί είναι λόγος αλληγορικός, μεταφορικός, όπου μπορούν να ειπωθούν τ’ ανείπωτα.

Και γιατί λαϊκά;

Γιατί είναι, όπως οι αχειροποίητες εικόνες, ανυπόγραφα. Έρχονται από το βυθό της συλλογικής μας μνήμης και περνούν από γενιά σε γενιά με τον προφορικό λόγο. Δηλαδή «υφαίνονται» με πολλές ανάσες, πολλές εμπειρίες, με βαθειά αισθήματα που δοκιμάστηκαν μέσα στο χρόνο και άντεξαν. Μέσα σ’ αυτά μπορούμε να αναγνωριστούμε ολόκληροι μ’ όλες τις λαχτάρες, τους καημούς,
τις αντιφάσεις μας… Δηλαδή αληθινοί άνθρωποι!

Σε τι αναφέρονται τα λαϊκά παραμύθια και πόσο αφορούν τα παιδιά του σήμερα;

Τα λαϊκά παραμύθια είναι πιο πολύ τρόπος, ψυχική κλίση, παρά εγκεφαλικό νόημα. Όπως όλα τα πλάσματα μέσα στη Φύση μαθαίνουν στα μικρά τους τον τρόπο να επιβιώσουν, έτσι κι εμείς με τα παραμύθια μυούμε τα παιδιά μας στον τρόπο που ονομάζουμε και αντιμετωπίζουμε την πολυπλοκότητά μας, τους φόβους μας. Κι αυτό το βλέμμα πλάστηκε σε τούτο τον τόπο, σε τούτο το φως, μέσα σ’ αυτές τις γραμμές και τους όγκους που ζουν και τα παιδιά μας.
Οπότε καταλαβαίνεις δεν πρόκειται για πληροφορίες που ξεπερνιούνται από καινούργιες πληροφορίες, αλλά για τον τρόπο που μας χαράζει η Ζωή μέσα σε τούτη την πνευματικότητα.

Χαρακτηριστικό των λαϊκών παραμυθιών είναι η αφήγηση και όχι τόσο η ανάγνωση. 

Τι προσφέρει αυτή η διαφορετική απεύθυνση του λόγου;
Το παραμύθι όπως και ο ίδιος ο λόγος ριζώνει και καρποφορεί μέσα στη σχέση.
Τα παραμύθια τα βρίσκουμε σε βιβλία, αλλά είναι καταγεγραμμένος προφορικός λόγος. Κι όπως ξέρουμε ο προφορικός λόγος υποτάσσεται στη μουσικότητα άρα πρέπει να ακουστεί. Μπορείς ν’ ακούσεις μια μουσική, διαβάζοντας την παρτιτούρα; Μόνο οι μουσικοί.
Το παραμύθι λοιπόν, ζητάει να ενσαρκωθεί για ν’ ακουστεί. Ζητάει τη δική μας  ανάσα, το δικό μας παλμό, τη δική μας συγκίνηση, μ’ ένα λόγο τη δική μας ειλικρίνεια για να ζωντανέψει, να έρθουν οι εικόνες μπροστά μας με όγκο, χρώμα, γεύση, μυρωδιά.
Το έχω ξαναπεί πως αφή έχει η Αφήγηση. Και το παραμύθι δεν έχει θεωρητικό λόγο, ζητάει να μας αγγίξει, να μας συγκινήσει για να τρουπώσει στη μνήμη μας, και να μας γαλουχεί ανάλογα με την πείνα μας.

Τα παιδικά και εφηβικά βιβλία χρησιμοποιούν πολύ την εικόνα, κάνοντας τις ιστορίες πιο ελκυστικές στα μάτια των μικρών αναγνωστών. Πιστεύεις ότι τα λαϊκά παραμύθια, που είναι ιστορίες προφορικού λόγου, υστερούν ως προς αυτό;

Το λαϊκό παραμύθι μιλάει μόνο με εικόνες, που εφ’ όσον τις ζωντανεύουμε  μέσα από τη μνήμη των δικών μας αισθήσεων, προκαλούμε τον κάθε αποδέκτη μικρό ή μεγάλο να τις ολοκληρώσει με τη δική του φαντασία.
Κι εδώ βρίσκεται ο πλούτος των διαφορετικών εικόνων των διαφορετικών ανθρώπων. Η εικόνα του βιβλίου είναι μία κι ερεθίζει την όραση. Η εικόνα της φαντασίας είναι προσωπική και τρέφεται απ’ όλες τις αισθήσεις.
Αυτό κι αν είναι συμμετοχή, μέθεξη κι ας αφήσουμε κάτι επιστημονικοφανείς λέξεις «διάδραση», «ενσυναίσθηση», «διαχείριση» κ.λπ. που φουσκώνουν τον εγκέφαλό μας, και μικραίνουν την καρδιά μας.

Ενώ τα βιβλία κατηγοριοποιούνται σε παιδικά, εφηβικά και ενηλίκων, τα λαϊκά παραμύθια απευθύνονται σε μικρούς και σε μεγάλους! Τι αξία έχει αυτό και τι προσφέρει σε ένα παιδί ή σε έναν έφηβο;
Τα παραμύθια των συγγραφέων είναι μονοσήμαντα. Είναι μια ιδέα, καλύτερα ή χειρότερα διατυπωμένη, μια αίσθηση προσωπική. Άσε που όταν απευθύνονται σε παιδιά, συχνά, πρόκειται για μια «παιδαγωγική αξία» ειπωμένη δήθεν τάχα μου σαν παραμύθι. Κι έχουν αυτά τα παραμύθια, όπως αντίστοιχα και τα παιχνίδια και οι εικόνες για παιδιά, πολύ ψέμα: γλυκούτσικα, γυαλιστερά, αρκουδάκια, σκυλάκια κλπ. πάντα σε – ακια.
Τα παιδιά φέρουν όλα τα ρεύματα της ζωής μέσα τους και ΔΕΝ μπορούν ν’ αναγνωρίσουν τα αισθήματά τους μέσα σ’ αυτές τις ανούσιες μονοσήμαντες ιστορίες…  Το λαϊκό παραμύθι, μ’ αυτόν τον απλό και καθολικό λόγο των εικόνων, καταπιάνεται με ουσιαστικά θέματα της ζωής, προσκαλώντας τον κάθε αποδέκτη του να προσλάβει ό τι αντέχει, ό τι τον ενδιαφέρει. Κι αν έχει γοητευθεί από την αφήγηση, οπότε έχει συγκρατήσει τις εικόνες, θα ανακαλύπτει μέσα στο χρόνο κι άλλα, κι άλλα μυστικά…
Τα παραμύθια είναι μονοπάτι κι είναι εξαιρετικό όταν μπαίνουμε σ’ αυτό μαζί, μικροί και μεγάλοι, και μοιραζόμαστε την ίδια εμπειρία.

Πολλοί –κυρίως οι “μεγάλοι”- πιστεύουν πως τα λαϊκά παραμύθια είναι πολύ σκοτεινά και τρομακτικά, θεωρώντας τα ακατάλληλα για τα παιδιά....
Ναι κι εμένα μ’ έχουν ρωτήσει πώς μπορώ να λέω σε παιδιά ένα παραμύθι που έχει θάνατο. Είμαστε τόσο εθισμένοι στο ψέμα που αισθανόμαστε, φαίνεται, αθάνατοι!
Καταντάμε τους φόβους μας ταμπού τρομοκρατώντας, κυριολεκτικά, τα παιδιά.
«Η ζωή έχει και θάνατο» λένε απλά και ανθρώπινα τα παραμύθια, κι αντί να νομίζουμε ότι εμείς στέκουμε πιο πάνω από τη Ζωή, καλύτερα να παραδεχτούμε το μέτρο μας, και να μοιραστούμε τα γεγονότα του παραμυθιού με την εξής στάση: υπάρχει και θάνατος κι είμαστε εδώ και σ’ εμπιστεύομαι και το μοιράζομαι μαζί σου. 

Υπάρχει τίποτα πιο παρηγορητικό από το μοίρασμα, από τη σχέση;

Τα παραμύθια αυτά δημιουργήθηκαν σε αλλοτινούς καιρούς, αλλά επιβιώνουν μέχρι τις μέρες μας. Πως προσλαμβάνει ένα παιδί ή ένας έφηβος το λαϊκό παραμύθι σήμερα;
Δεν τα ξέρω όλα και μάλιστα πώς προσλαμβάνει ένας έφηβος ή ένα παιδί το λαϊκό παραμύθι. 

Αυτό που ξέρω είναι ότι, αν μας αρέσει πολύ ένα παραμύθι  – κανόνας πρώτος για έναν αφηγητή -, αυτό που μεταδίδουμε είναι το αίσθημά μας, που όσο πιο ειλικρινείς καταφέρνουμε να είμαστε, τόσο πιο βαθειά αγγίζουμε τον αποδέκτη μας.
Τα τελευταία 40.000 χρόνια δεν έχει αλλάξει το σώμα μας και ο τρόπος που λειτουργεί ο οργανισμός μας. Άρα δεν έχουν αλλάξει οι ανησυχίες μας για τον αποχωρισμό – αφού χάσαμε την προστασία της μητρικής κοιλιάς -, για τον θάνατο, για την ύπαρξή μας…
Ε, μ’ αυτά καταπιάνονται τα παραμύθια, γι αυτό επιβιώνουν και μας «μιλούν» σήμερα κι ας κατοικούμε σε ουρανοξύστες.

Τα παραμύθια είναι ειπωμένα σε μια άλλη γλώσσα, σε μια δική τους γλώσσα. Ποια είναι η χρησιμότητα αυτής της γλώσσας σήμερα και κυρίως στις νεότερες ηλικίες; Πως μπορεί να επικοινωνήσει το νεότερο κοινό με αυτόν τον λόγο;
Τη λέξη «χρησιμότητα» την πετάμε. Ανήκει σε άλλους χώρους. Στο παραμύθι ταιριάζει η λέξη γοητεία, τέρψη. Αυτό το βαθύ άγγιγμα που σε συνεπαίρνει και σε βυθίζει στον κόσμο του, δηλαδή στον βαθύ δικό σου εαυτό!
Η γλώσσα του έχει ιδιομορφία. Μάλιστα! Είναι περίεργο, να πάμε πιο κοντά ν’ ακούσουμε τι λέει. Έχει μουσικότητα, μας έλκει. Δεν καταλαβαίνουμε μόνο με τη λογική, καταλαβαίνουμε και με την αίσθηση• κι αυτός που λέει το παραμύθι, απαλλαγμένος από τα στραμπουλήγματα του κανόνα –γραμματικής, συντακτικού- όταν το αίσθημά του ξεχειλίζει, δεν διστάζει να φτιάξει ο ίδιος τη λέξη για να το πει.
Δεν επικοινωνούμε με το νόημα, αλλά με το αίσθημα και μετά η λέξη το πήζει σε περιεχόμενο νοήματος. Η συγκίνηση μεταδίδεται με τον ήχο, τον κραδασμό της φωνής όχι με τη λέξη.

 Έτσι επικοινωνούμε ακόμη, πριν μας απορροφήσουν οι τρόποι, που δεν έχουν παρουσία, παρά μονάχα γραμμένες λέξεις.

Πως μπορεί να συνδεθεί και να ταυτιστεί ένα παιδί του σήμερα με τους ήρωες αυτών 

των ιστοριών;
Είπαμε πως το παραμύθι έχει μεταφορικό και συμβολικό λόγο. Αυτό τα παιδιά το καταλαβαίνουν με τη μία, εμείς οι μεγάλοι έχοντας εθιστεί να κατανοούμε εγκεφαλικά, δυσκολευόμαστε.
Άλλωστε στο παραμύθι θριαμβεύει η ζωή, το «θέλω» του ήρωα που τον σπρώχνει να περάσει του κόσμου τις περιπέτειες και τις δυσκολίες, οπότε να γνωρίσει τον εαυτό του, να ωριμάσει και να γίνει άξιος ν’ αποκτήσει το «θέλω» του.
Τα παιδιά είναι οι ήρωες, που όμως δεν τους επιτρέπουμε να ωριμάσουν, δηλαδή να δοκιμαστούν στη ζωή• τα περιμένουν πίσω από την πόρτα οι ασφάλειες ζωής, σπουδών, ζημιών… 

ΠΩΣ να γνωρίσεις τον εαυτό σου;
Άλλοι κάνουν τις επιλογές για σένα και σε πνίγουν μέσα στην ασφυκτικά προστατευτική αγκαλιά τους.

Μπορούν να αξιοποιηθούν τα λαϊκά παραμύθια για εκπαιδευτικούς σκοπούς, και πώς;
Τα λαϊκά παραμύθια είναι ένα λυχνάρι για να βρεις το μονοπάτι σου στη ζωή, να ωριμάσεις σαν άνθρωπος. Η εκπαίδευση επιδιώκει να διαμορφώσει καλούς πολίτες. Αυτός ο στόχος συγκρούεται με την ανεξέλεγκτη προσωπική ανάπτυξη [ωριμότητα], ενώ η ωριμότητα περιέχει το σεβασμό στη ζωή και τον άλλο άνθρωπο.

Μέσα από την μακρόχρονη εμπειρία σου, τι προσφέρουν τα λαϊκά παραμύθια στο ανήλικο κοινό και ποιά είναι η αποδοχή τους από αυτό;
Στα παιδιά αρέσουν πιο πολύ τα λαϊκά παραμύθια, γιατί διαισθάνονται ότι μοιράζονται μαζί τους σοβαρά πράγματα της ζωής και δεν τα αντιμετωπίζουν σαν μικροσκοπικά ανόητα ζωάκια…

Υπάρχει κάποιο μικρούτσικο, πολύ μικρούτσικο παραμυθάκι, που μπορεί να στριμωχτεί εδώ;

                                              Η  γάτα  κουμπάρα  -   Νάξος

Μια φορά μια γάτα πήγε και βρήκε έναν ποντικό και του είπε να γένουνε κουμπάροι, για να μην τους τρώγει. Αυτός το είπε των αλλωνών ποντικών κι εκείνοι το παραδεχτήκανε κι εγίνανε κουμπάροι.
Κάποτε είχαν γλέντι οι ποντικοί κι η γάτα τους είπε να χορέψουνε, να τους ιδεί να ευχαριστηθεί.
Πιαστήκανε λοιπόν στη σειρά οι ποντικοί και χορεύανε. Σαν τους είδεν η γάτα έτσι πιασμένους στη σειρά, ταράχτηκε το αίμα της κι αγριεύτηκε και ξέχασε και τις κουμπαριές και όλα κι ήταν πια έτοιμη να χιμήξει απάνω τους.
Την βλέπει ο κουμπάρος της ο ποντικός και τα κατάλαβε όλα.
Το χορό έσερνε ένας ποντικός με κομμένη την ουρά του. Αρχίζει τότε ο κουμπάρος της γάτας να τραγουδάει και να λέει:
                    Κι εσύ ποντίκι κολοβό, κατά την τρύπα το χορό,
                    Κι η κουμπάρα μας η γάτα κατά μας έχει τα μάτια!

Κι ετρέξανε οι έρημοι όλοι κι εμπήκαν όλοι μες στην τρύπα κι ούτε ξαναφάνηκε η φανιά τους.                                                                     
                                                                                  
Είπα ‘γω πολλά και σώνει, ας λαλήσει άλλ’ αηδόνι.

Το μονοπάτι της Αφήγησης















"Δεν υπάρχει τίποτε δυνατότερο από την αφήγηση.
Κανένα άλλο μέσο δεν μπορεί να δημιουργήσει στον ανθρώπινο εγκέφαλο και ψυχισμό
δυνατότερες εικόνες και αισθήματα από αυτήν..."  Μαρία Ευθυμίου
Μήπως ήρθε η ώρα να πάρουμε τούτο το μονοπάτι
και να ψηλαφίσουμε τα μυστικά του, που ανοίγουν τη μνήμη των δικών μας μυστικών;

40 ώρες σε 5 Σαββατοκύριακα, ανά 15 μέρες.
Και συγκεκριμένα:
6 και 7/10, 20 και 21/10
3 και 4/11, 17 και 18/11
1 και 2/12.
Το Σάββατο: 17.00 - 21.00
Την Κυριακή: 10.00 - 14.00

Η ομάδα που δημιουργείται είναι μικρή.
Επικοινωνία: 210 7236171 και agnistroumpouli@gmail.com

Μια φορά 'ταν μια γριά και κατούριενε στραβά...




















Στα πλαίσια του 1ου Φεστιβάλ του Δήμου Μυκόνου, το Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2018,
στις 19.30, στο Δημοτικό Σχολείο της Χώρας, θα πούμε παραμύθια για μικρούς και μεγάλους.
Από τη Μύκονο, την Αφρική, τη Σερβία, τη Σκύρο, τη Θράκη, τη Μάνη...
Ο Σταύρος Παργινός με το βιολοντσέλο του
κι εγώ, η Αγνή με ολόκληρο το σώμα μου.

Η Είσοδος είναι ορθάνοιχτη και ελεύθερη.

Στη Νερομάνα Άνω Καστριτσίου














Την Κυριακή 22 Ιουλίου κατά το δειλινό, στις 7 μ.μ., στη Νερομάνα του Άνω Καστριτσίου,
μέσα στο δάσος, θ' αφηγηθώ παραμύθια για μικρούς και μεγάλους!
Την φροντίδα και υποστήριξη έχουν η τοπική Κοινότητα Άνω Καστριτσίου
και το "ΠΟΛΥΕΔΡΟ" της Πάτρας.
Διάρκεια: 1 ώρα.
Σας περιμένουμε με χαρά!