Ειρμοί απ' αφορμή....
























  Ειρμοί απ’ αφορμή…



Αντίς για φωνή
κυματισμοί υγροί του νερού, αέρινοι της φωνής, χωμάτινοι του πηλού·
είχε ένα λουλούδι.
κι ευθύς ανοίγει ολοκόκκινο τριαντάφυλλο δροσιάς και αρωμάτων,
και διαστέλλει τους κυματισμούς, και κρούει όλα τα τύμπανα· εκκωφαντικά.
                                         *

να βρεις μια τρίχα κόκκινη σαν το αίμα.
«Η αντρειά μου είναι στο κεφάλι μου. Στην κορφή έχω τρεις χρυσές τρίχες, κατάκορφα· κι άμα μου τις κόψεις,
θα πεθάνω.»
Κυματιστά μαλλιά· η θηλυκότητα του νερού.
Στη Βαβυλώνα οι γυναίκες προσέφεραν τα μαλλιά τους στο βωμό της Ιστάρ, θεάς του Έρωτα.
                                           *
  
μον’ μάθα την αγάπη την παντέρημη
 σε αιχμή: να τον πνίξει η θάλασσα· να τον σταυρώσουν οι δήμιοι· να τον κάψουν· να τον μαρτυρήσει η αγάπη.
‘κείνος ξέρει να προστάζει το αίμα του, όπως προστάζει την καρδιά του.
όμως το «άγγιγμα» των γυμνών ποδιών τον ρίχνει στην άβυσσο της αγαλλίασης, καθώς ξεχειλίζουν οι χυμοί της ζωής·
μα και της οδύνης καθώς μαζί αναδύεται και η επίγνωση του όριου.
Από τον ίδιο πυρήνα εκτινάσσεται ο ενθουσιασμός κι ο θάνατος.
                                           *

Μ..μ..μ… κι έκανε με το νόημα πως λαλιά δεν έχει
Το μισό της αναπνοής, η εκπνοή, γίνεται ήχος, έναρθρος λόγος φέροντας ένα βαθύ αποτύπωμα απ’ όλη
τη διαδρομή της εξερχόμενης εισπνοής.
Γίνεται μαρτυρία η λαλιά μας. Πότε παγώνει και δεν λαλεί ενόσω αναπνέουμε;
                                            *
     
γριά μικροκαμωμένη φτιάχνει ολοστρόγγυλα κουλουράκια από ρυζάλευρο κι όλο γελάει·
το γέλιο αντίκρυ σε πέτρινους θεούς, σε δράκους, στον κόσμο του θανάτου.
-    Τε – χε – χε – χε! Τε – χε – χε – χε!
Ανοίγει ο στόμας της και μπαίνει μέσα ήλιος και φυτρώνει χαρά· φυσική σαν φυτό,
ακατάλυτη.
                                             *

                                                                                        Α.  Σ.     

Υ. Γ. Να διαβάζεται μετά τις αφηγήσεις         

Απαντήσεις















1.    Κυρία Στρουμπούλη, με την καινούργια χρονιά έρχεται μια νέα δουλειά σας, λίγο διαφορετική από αυτές που ξέραμε μέχρι σήμερα. Παραμύθια όχι μόνο από την ελληνική παράδοση. Θα θέλατε να μας μιλήσετε γι αυτή την καινούργια παράσταση;

Δεν είναι η πρώτη φορά που αφηγούμαι παραμύθια από άλλες προφορικές παραδόσεις. Εδώ και πάνω από 10 χρόνια, αφηγούμαι και Σερβικά παραμύθια, αλλά και κάποια από την Αφρική. Βέβαια επειδή έχει πολύ μεγάλη σημασία η γλώσσα, δουλεύω αρκετά τις μεταφράσεις, κυρίως για να τους προσδώσω προφορικότητα, άρα μουσικότητα.
Γι αυτό επανέρχομαι πάντα στα ελληνικά παραμύθια, γιατί εδώ το υλικό – αναζητώ τις πιο παλαιές καταγραφές- είναι πολύ γοητευτικό και συγχρόνως με «εκπαιδεύει».
Το κριτήριο επιλογής του υλικού μιας Παράστασης – Αφήγησης είναι η γοητεία που ασκεί, τη συγκεκριμένη περίοδο, σε μένα.
Αφηγούμαι πολλά χρόνια και σήμερα γίνονται παράλληλα πολλές αφηγήσεις.
Πώς, λοιπόν, καλείς κάποιον να δώσει εισιτήριο, το χρόνο και την προσοχή του, αν δεν έχεις να δώσεις κάτι που πρώτα πρώτα συνεπαίρνει εσένα; Κι ακόμη, δουλεύω πολύ μια παράσταση, συμβιώνω αρκετούς μήνες μαζί της πριν την παρουσιάσω• είναι μια σχέση αρχικής έλξης, που ωριμάζει μέσα από δυσκολίες, ανακαλύψεις… και στερεώνεται σ’ έναν τρόπο. Από την άλλη, η εκφραστικότητα έχει τόσες, μα τόσες αποχρώσεις και τονισμούς που μπορεί να γείρουν το νόημα σ’ άλλη κατεύθυνση. Κάθε αφήγηση είναι μοναδική.

2.    Είναι εντυπωσιακό ότι δίπλα στη βαλκανική γειτονιά μας, εντάξατε την παράδοση μιας χώρας μακρινής και αρκετά άγνωστης στην Ελλάδα, ιδίως σε ό,τι αφορά την λαϊκή της παράδοση, της Ιαπωνίας. Πώς ήρθατε σε επαφή μαζί της; Πάνω σε ποια βάση γίνεται η συνομιλία στην παράσταση; 

Α, γι αυτό φταίει ο Λευκάδιος Χερν! Αυτός ο ταλαιπωρημένος από την παιδική του ηλικία, ευαίσθητος άνθρωπος, που βρήκε στην Ιαπωνία μια πατρίδα φιλόξενη και αγαπητική προς τη δική του ψυχική κλίση.
Η ψυχή κάθε λαού φωλιάζει στην προφορική του παράδοση. Τον είλκυσαν λοιπόν και κατέγραψε μύθους και θρύλους της νέας του πατρίδας που τον ανακήρυξε εθνικό ποιητή.
Τώρα να πούμε ότι τα λαϊκά παραμύθια όλου του κόσμου, σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης, καταπιάνονται με το ίδιο θέμα: πώς να τα βγάλει πέρα ο άνθρωπος μ’ αυτό το πολύμορφο μυστήριο που είναι η ζωή κι ο ίδιος του ο εαυτός• που αποσπάται από μια ενότητα και οδεύει σ’ ένα άγνωστο.
Η διαφορά είναι ότι κάθε λαός, ανάλογα με το ήθος [τόπο] του: φως, όγκοι, ατμόσφαιρα, βλάστηση, νερά, βουνά, θάλασσες, έρημοι … καλλιεργεί τον ιδιαίτερο τρόπο του να διαλέγεται με το περιβάλλον και με τον εαυτό του. 
Διαλέγω λοιπόν από τον Χερν μια μικρή ιστορία, που δίνει μια τελική εύθυμη νότα σ’ ένα δυνατό πρόγραμμα, αλλά που αν την σκεφτείς και δεύτερη φορά, ανακαλύπτεις με τι λεπτότητα και ελαφράδα καταπιάνεται με τούτον και τον Άλλο κόσμο.

3.    Ομολογώ ότι με κεντρίζει η ένταξη του Εγγονόπουλου στην παράσταση. Γνωρίζω πόσο αγαπάτε την ποίηση, αλλά γιατί τον Εγγονόπουλο ειδικά;

Κι εμένα με κεντρίζει γι αυτό το βάζω. Ένα ποίημα που έχει εικόνες και ανάπτυξη ονείρου, δηλαδή μαγικού παραμυθιού!
Οι κατατάξεις είναι φιλολογική δουλειά. Οι ελιγμοί μιας πεταλούδας διαπερνούν όλες τις κατατάξεις και νομιμοποιούνται από το φως.

4.    Ως αφηγήτρια διακρίνεστε για τα υποκριτικά σας προσόντα. Θα μπορούσατε να είστε ηθοποιός.  Γιατί ασχοληθήκατε αποκλειστικά με την αφήγηση;

Ε, λοιπόν όχι, δεν θα μπορούσα να είμαι ηθοποιός. Κι όταν κάποτε πήγαμε να το δοκιμάσουμε, απέτυχα παταγωδώς!
Είμαι ανυπότακτη. Πρέπει κάτι να με γοητεύσει πολύ βαθειά και να βρω το δικό μου τρόπο και τη δική μου γλώσσα να σχετιστώ μαζί του.
Ο αφηγητής είναι κάποιος που στέκει πάνω σ’ ένα λόφο και βλέπει ολόκληρη τη ζωή πώς ξεδιπλώνεται στα ριζά του και κάποιες στιγμές κατηφορίζει και γίνεται το ένα και το άλλο πρόσωπο του διαλόγου κι έπειτα ξανανεβαίνει στην κορφούλα.
Αυτή η απόσταση του δίνει την ψυχραιμία να κατανοεί και να υποστηρίζει με στοργή όλα τα πρόσωπα του παραμυθιού, δηλαδή όλες τις πλευρές κάθε ανθρώπου.

5.    Τα τελευταία χρόνια υπάρχει, νομίζω, ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το παραμύθι –το λαϊκό και το, ας το ονομάσω- έντεχνο.  Αναφέρομαι τόσο σε παραστάσεις που δραματοποιούν παραμύθια όσο και στην ανάγνωση κτλ. Αν το πιστεύετε κι εσείς, ποιοι λόγοι σπρώχνουν το κοινό στο παραμύθι; 

 Νομίζω ότι απ’ όταν αποκτά ο άνθρωπος έναρθρο λόγο αφηγείται, κι αυτό δεν διακόπτεται ποτέ. Είναι ένας τρόπος να ονομάσει, ν’ αναγνωρίσει, να κατανοήσει, να μοιραστεί, να «ζήσει», να δημιουργήσει με τον λόγο• αυτό το τόσο ευαίσθητο και ανθεκτικό υλικό! Γίνεσαι πλάστης, ποιητής αναδημιουργείς τον κόσμο!!
Η σύμβαση για να μπούμε ελεύθερα σ’ αυτή τη σφαίρα, έχει τον τίτλο παραμύθι.
Το διαβατήριο είναι η φαντασία, αυτή η εξαιρετική πνευματική ικανότητα. Αυτή η  απόχη των ρευμάτων της ζωής.
Ποτέ δεν έπαψε να λέγεται, να μεταδίδεται και να αναδημιουργείται το παραμύθι.
Είναι η ρίζα ΟΛΩΝ των τεχνών, πλαστικών και παραστατικών.
Οι συνθήκες αλλάζουν και συμπαρασύρουν τον τρόπο. Η ρίζα όμως είναι βαθειά.

6.    Δημιουργούνται σήμερα παραμύθια;

Είναι σαν να με ρωτάς, πάψαμε σήμερα να μαγειρεύουμε, να τρώμε;
Μονάχα, που σήμερα από το τσουκάλι που ήταν κάποτε πάνω στην πυροστιά έχουν ξεφυτρώσει πολλά φαστ φουντ.

7.    Το ’17 μας χαρίσατε τον «Δέντρο». Θα υπάρξει συνέχεια και στη γραφή;

Ο Δέντρος είναι μια ανθολόγηση λαϊκών παραμυθιών με αναφορά σε δέντρα και φυτά. Ακολούθησε μια άλλη ανθολόγηση που μόλις ολοκληρώθηκε, μπήκε κάποιος ηλεκτρονικός πειρατής και μου ‘κλεψε όλα τα αρχεία συν όλο αυτό το υλικό που δούλευα μήνες.
Χρειάζεται μια ισχυρή αφορμή για να πάρω φόρα πάλι.




Με αφορμή την Παράσταση Λόγια κυματούντα Αφηγήσεις με φωνή και βιολοντσέλο
Απαντήσεις στις Ερωτήσεις της Μαρώς Τριανταφύλλου για το artplay.gr  Δημοσιεύτηκε 5/1/2019

Λόγια κυματούντα


Αφηγήσεις με φωνή και βιολοντσέλο


Στο ατμοσφαιρικό Μουσείο Νεώτερης Κεραμεικής στο Θησείο,
θα φιλοξενηθούν για τρεις Κυριακές,
         20, 27 Ιανουαρίου και 3 Φεβρουαρίου 2019, στις 7 μ. μ. 

Αφηγήσεις με την Αγνή Στρουμπούλη και τον Σταύρο Παργινό στο βιολοντσέλο.

Παραμύθια από τη Σερβία, την Ελλάδα και την Ιαπωνία,
στίχοι του Ν. Εγγονόπουλου, στροφές από Θρακιώτικο τραγούδι
συνθέτουν ένα ιδιαίτερο πρόγραμμα,
όπου ο λόγος κυματούται με το βιολοντσέλο.

Διάρκεια: 1 ώρα
Απευθύνεται σε ενήλικες και εφήβους από 12 χρόνων και πάνω.

Κρατήσεις στα τηλέφωνα: 210 3318491 – 2
(Δευτέρα έως Παρασκευή 9.00 – 15.00)
και στο mail: kmnk@otenet.gr


     Μουσείο Νεώτερης Κεραμεικής, Μελιδώνη 4 – 6 Θησείο,
                                                                           πλησίον Ηλεκτρικού Σταθμού Θησείου


Χορηγοί Επικοινωνίας:
 

Συνέντευξη






Τί ήταν το πρώτο που γράψατε και ποια ανάγκη σας οδήγησε στη γραφή;
Το πρώτο που έγραψα ήταν ένα μικρό τοσοδά παραμύθι, σε μια εικόνα:
 Όταν βγήκε ο ήλιος, έλαμψε η δροσοσταλίδα στο πέταλο μιας ανεμώνας. 
Η ανεμώνα γύρισε και κοίταξε κατάματα τον ήλιο και η μικρή σταγόνα του πρωινού άρχισε να κυλάει χωρίς σταματημό στο πράσινο χορτάρι. Σ’ ένα σημείο βρήκε χώμα και τη ρούφηξε• χάθηκε.
Δεν ήταν όμως μόνο μια δροσοσταλίδα, ήταν το δάκρυ μιας ανεμώνας.
Ήμουν έφηβη.

Ποιο παραμύθι αφηγηθήκατε στη πρώτη σας αφήγηση σε κοινό, ποιοι αποτελούσαν το κοινό και ποια τα συναισθήματα της πρώτης αφήγησης;
Ξεκίνησα στο Ραδιόφωνο, θέλοντας ν’ αποφύγω την αμηχανία της παρουσίας μου μπροστά σε κοινό. Επειδή όμως ήταν για τους Έλληνες εκτός Ελλάδος, τα έγραφα σε στούντιο, για να μεταδίδονται σε διαφορετικές ώρες στις διάφορες Ηπείρους. Έτσι δεν είχα την αίσθηση της ανάσας του κοινού, που έχεις στις ζωντανές Εκπομπές.
Η πρώτη μου παράσταση ήταν Κυριακή μεσημέρι, σ’ ένα μικρό θέατρο της Αθήνας, γιατί τότε δεν υπήρχε αυτό το είδος όπως σήμερα, που αφηγούμαστε ΠΑΝΤΟΥ.
Στο κοινό υπερτερούσαν οι μεγάλοι, από περιέργεια, από συμπαράσταση, από ενδιαφέρον.
Το θέατρο κατάμεστο, όρθιοι, διώχνανε κιόλας. Εγώ είχα δουλέψει πολύ, λατρεύω τα παραμύθια, οπότε πατούσα σε στέρεο έδαφος!
Η προσήλωση του κοινού ήταν τόση, που ενώ βρισκόμουν μες στην εικόνα του παραμυθιού κι έβλεπα την επόμενη       που ερχόταν… πρόλαβα να νοιώσω και να σκεφτώ ότι οδηγώ το κοινό όπου θέλω. Ήταν σαν ένας φαρδύς διάδρομος, μια στεγνή κοίτη ποταμού μπροστά μου που τους οδηγούσε από τις θέσεις τους σ’ εμένα κι εμένα σ’ εκείνους. Δεν μεσολαβούσε τίποτα, κανένα εμπόδιο στη Συνάντησή μας.
Αυτή η καταπληκτική εμπειρία σφράγισε το ξεκίνημα το 1996.
Τα παραμύθια ήταν ο Γαβριήλ ο μυλωνάς και η κυρα – Μαριά από τη Θράκη και ο Σιμιγδαλένιος από τη Σκύρο. Υπήρχε κι ένα τρίτο, αλλά δεν μου ‘ρχεται τώρα στο μυαλό…

Γιατί επιλέξατε το λαϊκό παραμύθι ως μέσο για να ερμηνεύσετε τη ζωή;
Το ποιος διάλεξε ποιον δεν το ξέρω με σιγουριά. Νομίζω ότι όταν καταλαβαίνεις τον εαυτό σου βρίσκεσαι ήδη σε κάποιο μονοπάτι. Πολλές φορές δεν το αναγνωρίζεις, ή πριν το αναγνωρίσεις καλά καλά ωθείσαι «βίαια», από εξωγενείς συνήθως παράγοντες, ν’ αλλάξεις  μονοπάτι.
Εμένα για κάποιο λόγο ήταν τόσο έντονη η κλήση της ψυχής μου, που κατάφερα να μπω σε πολλά και διάφορα μονοπάτια, μέχρι να βρω τα παραμύθια, ν’ αναγνωρίσω ότι αυτό το βλέμμα, αυτήν την ανάσα αναζητούσα – κι ήμουνα 43 χρόνων- οπότε μπορούσα πια να εμπιστευτώ και τον εαυτό μου σ’ αυτό το συναπάντημα.
Το λαϊκό παραμύθι έχει στον τρόπο που βλέπει τα πράγματα την καθαρότητα και την εμπιστοσύνη ενός παιδιού. Αποδέχεται τις αντιφάσεις της ζωής, χωράει ΟΛΑ τα χαρακτηριστικά χωρίς να τα κρίνει –αφήνει εσένα που το ακούς       να κρίνεις, δηλαδή να ωριμάζεις – και τέλος σε διαβεβαιώνει ότι η δράση οδηγεί σε νέες πάντα ισορροπίες, γιατί πάντα θριαμβεύει η ζωή Ζωή!
Μιλάει μόνο με εικόνες, άρα παρακολουθεί τη ζωή μόνο με αίσθημα, κι όχι με εγκεφαλικές επεξεργασίες.
Η ζωή δεν ερμηνεύεται, είμαστε πολύ περιορισμένοι μπροστά στη δική της πολυμορφία, για να καταφέρουμε να την ερμηνεύσουμε… Κι ας υπάρχουν τόσες φιλοσοφικές, ψυχολογικές, κοινωνιολογικές, ανθρωπολογικές, εθνολογικές και άλλες και άλλες  …επιστημονικές  προσεγγίσεις. Οι οποίες «χρησιμοποιούν» το παραμύθι, αλλά δεν το εξαντλούν  γιατί το παραμύθι υπερβαίνει όλες τις επιστημονικές πειθαρχίες. Μέσα στον μεταφορικό – ποιητικό λόγο του σπαρταράει σύσσωμη η ζωή.
Κι ακόμα σαν γλώσσα, ανάσα, τρόπο φέρει όλα τα χαρακτηριστικά που από πάντα βλάστησαν και θέριεψαν σ’ αυτόν τον τόπο. Είναι όλοι οι πρόγονοι, όλο το φως, όλοι οι καημοί και οι λαχτάρες που ζητούν να ενσαρκωθούν μέσα απ’ το δικό μου σώμα, καθώς αφηγούμαι. Άρα είναι μια ατέλειωτη ανακάλυψη, μια συνεχής συγκρότηση και αναγνώριση της ταυτότητάς μου.

Που βρίσκεται η Αγνή Στρουμπούλη κατά τη διάρκεια της αφήγησης;
Βρίσκομαι ΟΛΟΚΛΗΡΗ μέσα στο παραμύθι. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο. Ούτε πιο σημαντικό, ούτε πιο επείγον, ούτε πιο συναρπαστικό.
Βέβαια όταν λέω μέσα στο παραμύθι, συμπεριλαμβάνονται και οι άνθρωποι που εκείνη την ώρα το μοιραζόμαστε.

Τι σας γοητεύει στην αφήγηση;
Ότι  με απαιτεί ΟΛΟΚΛΗΡΗ! Και μέσα από τη φωνή, το παλλόμενο σώμα οι λέξεις γίνονται παρουσίες δυνατές, εκρηκτικές!
Ότι μπορεί ν’ αρπάζει  κάθε έναν από το κοινό και να τον αφυπνίζει στα μύχια της καρδιάς του! Δηλαδή να συμβαίνει η μέθεξη, η κοινωνία.
Αυτό μπορεί να γίνει με την αφήγηση, όταν παραδίδεσαι στο  παραμύθι και δεν σε απασχολεί ΚΑΘΟΛΟΥ ο εαυτός σου.

Αμέτρητες παραστάσεις σε Ελλάδα και εξωτερικό, ποιο είναι το πολυτιμότερο που κερδίσατε από αυτές;
Όλοι διψάμε να μαγευτούμε. Να έχουμε την εμπειρία της ενότητας [του χρόνου, της ύπαρξής μας, των αισθημάτων μας…]. Έχει κατατμηθεί η ψυχή μας και δεν λυτρώνεται με ερμηνείες, αλλά με βαθειά τέρψη.
Το πιο πολύτιμο λοιπόν είναι ότι ήρθαν μετά την αφήγηση πολλοί άνθρωποι να μου μιλήσουν και η φωνή τους, το βλέμμα τους, η αγκαλιά, ο λυγμός τους με βεβαίωναν ότι «η βαθειά τέρψη» είχε συμβεί.

Το βιβλίο σας «Ο δέντρος» παραμύθια λαϊκά με δέντρα και φυτά, κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο. Σε μια εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση, επιλέξατε 36 +1 λαϊκά παραμύθια. Γιατί επιλέξατε τα συγκεκριμένα παραμύθια για τη συλλογή σας; Γιατί παραμύθια μόνο με  δέντρα και φυτά;
Ε, αυτό όπως λέω και στην Εισαγωγή του βιβλίου είναι ένα εκδοτικό παιχνίδι. Βάζεις ένα θέμα για να κινήσεις πάλι το ενδιαφέρον, την περιέργεια. Το θέμα στα λαϊκά παραμύθια είναι μια σύμβαση, μιας και ο λόγος τους δεν είναι κυριολεκτικός, όπως ο επιστημονικός λόγος…
Τα παραμύθια της προφορικής παράδοσης είναι ένα πυκνό σώμα μνήμης γεμάτο μυστικά, που όσο τους παραχωρείσαι, τόσο σου αποκαλύπτονται.
Υπάρχουν άλλωστε πολλές άλλες Συλλογές με άλλα θέματα, άρα και άλλα παραμύθια…

Έχουν αλλάξει πολλά από την εποχή που τα παραμύθια λέγοντα και μεταφέρονταν από στόμα σε στόμα. Από τότε έχουμε αλλάξει και όλοι εμείς. Έχει αλλάξει η κοινωνία μας έγινε περισσότερο κατά το κοινώς λεγόμενο «πολιτισμένη». Σε αυτή την πολιτισμένη κοινωνία λοιπόν που πάτησε σε άλλο άστρο και ξεπέρασε τα ανθρώπινα όρια κυριαρχούν ακόμη οι αξίες που τα λαϊκά παραμύθια μεταφέρουν• σέβεται αυτή κοινωνία την ιερότητα κάθε ύπαρξης;
Σήμερα στην καθολική εκκοσμίκευση του βίου μας, έχουν εξαφανιστεί οι τελετουργίες που μεταλαμπάδευαν το μυστήριο, την ιερότητα του γεγονότος ζωή. Σήμερα τα ιερά μυστήρια έχουν καταντήσει κοσμικές εκκωφαντικές συνάξεις όπου η φωτογράφιση και η βιντεοσκόπηση έχουν τον πρώτο και τελευταίο λόγο. Οι τελετουργίες στα σημερινά τους απομεινάρια, έχουν καταντήσει τουριστικό φολκλόρ. Έχουν υποβιβαστεί οι αισθήσεις και τα αισθήματά μας.
Έτσι έχουν ακόμη περισσότερη σημασία τα παραμύθια, που μπορούν ν’ αποκαταστήσουν εν μέρει και την τελετουργία και την ιερότητα.
Αρκεί, εμείς οι αφηγητές να τα υποστηρίζουμε γι αυτό το ταπεινό – πολύτιμο που είναι κι όχι να τους βάζουμε δεκανίκια δήθεν τάχαμου παιδαγωγικών ή ψυχοθεραπευτικών κ.λπ. ικανοτήτων! Ας αφήσουμε στους παιδαγωγούς τα παιδαγωγικά, στους θεραπευτές τις θεραπείες κι ας προσφέρουμε την Τέρψη! Δεν είναι λίγο…

Τι μεταφέρει, τι προσφέρει στο μικρό ακροατή που ενδεχομένως δεν θα λάβει από το μοντέρνο παραμύθι;
Το παραμύθι της προφορικής παράδοσης φέρει τη συσσωρευμένη σοφία της κοινωνίας που το μοιράζεται. Με απλό και παιγνιώδη τρόπο καταπιάνεται με σκοτεινές και άρρητες πλευρές του εαυτού μας και της ζωής κι έτσι βοηθάει το παιδί, αλλά και τον ενήλικο ν’ αναγνωρίσει τον εαυτό του , να ονομάσει τα αισθήματά του και άρα να ωριμάζει στη ζωή. Να εννοεί και να χωράει μέσα του την πολυμορφία της ζωντάνιας. Πολλές φορές οι κοινωνικοί κανόνες δεν βοηθούν τη συνύπαρξή μας, γιατί ενώ φτιάχτηκαν γι αυτό, παγιώνονται σε καταστολή της ίδιας της ζωής αποπροσανατολίζοντας την αναζήτηση.
Τα λαϊκά παραμύθια είναι προφορική Ποίηση χωρίς υπογραφή. Δηλαδή δημιούργημα πολλών, πάρα πολλών ανθρώπων.
Τα μοντέρνα παραμύθια γράφονται, λείπει η ανάσα της άμεσης απεύθυνσης, υπόκεινται στους νόμους του γραπτού λόγου, οπότε στοχεύουν πιο πολύ στη σκέψη παρά στην αίσθηση.
Όλα έχουν το χρόνο τους και τη θέση τους. Όμως ένα μικρό παιδί λειτουργεί περισσότερο με τις αισθήσεις και την φαντασία του.

Αδύνατο να εξηγήσουμε μέσα από λίγες γραμμές τη γοητεία που ασκούν και σήμερα οι φαινομενικά απλοϊκές ιστορίες των λαϊκών παραμυθιών, επιδέχονται  πολλές ερμηνείες και αναγνώσεις;
Ναι! είπαμε ότι είναι ένα πυκνό σώμα μνήμης, που αν γοητευθεί κανείς και «ανοίξει» να το πάρει, ανάλογα με την ηλικία, την εκπαίδευση, την ευαισθησία του ή τι τον απασχολεί, θα κατασταλάζει σε νοήματα μέσα στο χρόνο.

Θεωρείτε πως έχασε και αν ναι τι είναι αυτό, όταν το παραμύθι πέρασε από το προφορικό λόγο στο γραπτό.
Έχασε την αμεσότητα, τη σωματική επικοινωνία – με το βλέμμα, τη χειρονομία, τη μυρωδιά, την αφή, το χάρμα της ακρόασης του μουσικού λόγου… - αυτόν το ζωντανό αλληλοεπηρεασμό του πομπού και του ή των αποδεκτών του.

Το ενδιαφέρον για το παραμύθι σε ένα κόσμο με επιστημονικά επιτεύγματα ένα κόσμο που ριζικά έχει αλλάξει είναι για πολλούς δύσκολο να εξηγηθεί. Εσείς πώς το εξηγείτε;
Θαυμαστά τα επιστημονικά επιτεύγματα, αλλά ως τώρα δεν έχουν θεραπεύσει αυτά που σπαράσσουν την ψυχή μας. Είναι άλλου είδους, άλλης συχνότητας, άλλης υφής… Παραμυθία θα πει παρηγορία. Αυτό προσφέρουν τα παραμύθια.

Αν και εξακολουθεί να ζει το λαϊκό παραμύθι μέσα από ανθρώπους που αγαπούν την αφήγηση και γνωρίζουν την αξία της, βρίσκεται σε οριακό επίπεδο ,εάν εκλείψει όλο αυτό  τι θα χαθεί;
Αλλάζουν οι αντιλήψεις μας, δεν αλλάζει όμως τόσο εύκολα ο πυρήνας μας.
Όπως είπα κάποτε: «Η γλώσσα παραδίδεται κι όσο ανασαίνουμε μιλάμε. Κάποιες γεωμετρίες χάνονται στη ζωή μας. Χάνουμε την αφή του κύκλου, το οικογενειακό τραπέζι, τον κύκλο γύρω από τη σόμπα… πολλούς καθημερινούς κύκλους που κάνουν το χρόνο παιχνίδι της σχέσης. Σήμερα ο χρόνος ως χρήμα ορίζει τα πάντα και καταντάμε ταλαίπωρες κάθετες μοναδούλες».

Ως προφορικό δημιούργημα έχει πολλές εκδοχές διότι υπόκειται στη διαδικασία 
της παράλλαξης, χάνει μέσα από αυτή τη διαδικασία η κερδίζει και τι κατά τη γνώμη σας;
Αυτή η πορεία του παραμυθιού, μέσα από τους λαϊκούς παραμυθάδες ήταν κάτι φυσικό. Σήμερα αυτοί που αφηγούμαστε δεν είμαστε λαϊκοί παραμυθάδες. Το σώμα και η ψυχή μας γαλβανίστηκαν από ένα σωρό ετερόκλητα ξένα στοιχεία, οπότε θέλει γερή σμίλη για να σπάσουμε την κρούστα και να αγγίξουμε πυρήνες. Θέλει χρόνο, θέλει επιμονή, θέλει «υποταγή» στο πρωτογενές υλικό, να βαπτισθούμε γερά μέσα σ’ αυτό. 

Μύθοι και παραμύθι, βίοι παράλληλοι η ταυτόσημοι;
Οι άνθρωποι από την ώρα που αρθρώνουν αφηγούνται. Είναι μια βαθειά ανάγκη. Κάποτε ήταν οι μύθοι αργότερα τα παραμύθια, στα οποία, αφού ο προφορικός λόγος δεν διακόπτεται, αναγνωρίζει κανείς τις ίδιες εικόνες ή με άλλα λόγια τα ίδια στημόνια πάνω στα οποία υφαίνονται τα νεοελληνικά παραμύθια.

Μπορούμε όλοι να αφηγηθούμε; Απαιτούνται ιδιαίτερα χαρίσματα; Πρέπει οι γονείς να αφηγούνται στα παιδιά τους;
Ο Louis Carol, ο συγγραφέας της «Αλίκης στη Χώρα των θαυμάτων» λέει πως η αφήγηση είναι το χάρισμα της αγάπης.
Μπορεί λοιπόν κανείς να σου δείξει πώς να εκφράζεις την αγάπη σου;
Η «εκπαίδευση» σ’ αυτόν τον χώρο είναι όπως με τους παλιούς μαστόρους.
Μιμείσαι, κλέβεις τους τρόπους τους και συγχρόνως ανακαλύπτεις τους δικούς σου. Σήμερα έχουμε πολύ σφιγμένο σώμα, μικρή ανάσα, φυλακισμένη φωνή.
Η «εκπαίδευση» συνίσταται κυρίως στο ν’ ανακαλύψουμε το δικό μας τρόπο, να χαλαρώσουμε το σφίξιμο, να «μυριστούμε» το ήθος δηλαδή τον τρόπο των παππούδων μας που εκφράζονταν κι επικοινωνούσαν μόνο με τον προφορικό λόγο: τραγούδια, νανουρίσματα, μοιρολόγια, λαχνίσματα, γλωσσοδέτες… και πολλά άλλα, όλα παιγνιώδη• μια πλήρης ανατροπή, γελοιοποίηση της σοβαροφάνειας που μας έχει πνίξει!

Πρέπει να επεμβαίνουμε στο λαϊκό λόγο κατά τη διάρκεια της αφήγησης με το σκεπτικό το παραμύθι να είναι προσιτό όσον αφορά την κατανόηση του από τους νεότερους, η πρέπει να σεβόμαστε το αδιαίρετο της γραφής και του περιεχομένου του;
Ο Μιχάλης Μερακλής, μαθητής του Γεωργίου Μέγα και μέγας μελετητής των λαϊκών παραμυθιών, λέει πως στα λαϊκά παραμύθια η μορφή ταυτίζεται με το περιεχόμενο. Συμφωνώ ΑΠΟΛΥΤΑ.
Το ύφος «μιλάει», ο φθόγγος δημιουργεί κραδασμό, δηλαδή συγκίνηση, το νόημα έπεται.
Τα παραμύθια μιλούν με τη γλώσσα της καρδιάς, τον σπλαχνικό λόγο. Αν τα πεις αλλιώς, λες άλλο πράγμα.
Ας προσπαθήσουμε να είμαστε ειλικρινείς και σαφής ως προς το αίσθημα που φέρουν τα παραμύθια, εκεί βρίσκεται το «νόημά» τους. Κι αυτό το κατανοούν ΟΛΟΙ, μικροί και μεγάλοι.

Η εικονογράφηση βάζει όρια στη φαντασία του παιδιού;
Εξαρτάται από την εικονογράφηση. Όταν είναι υπαινικτική μπορεί να δώσει φόρα στην φαντασία. Αντιθέτως όταν είναι φλύαρη δεν αφήνει χώρο στη φαντασία του παιδιού ή την χειραγωγεί με τρόπο ευνουχιστικό.

Ζούμε για ένα παραμύθι, μήπως γιατί η πραγματικότητα ποτέ δεν είναι αρκετή;
Η πραγματικότητα περικλείει το παραμύθι, αλλά ζητάμε από το παραμύθι να μας μάθει να τη ζούμε και να γευόμαστε τους καρπούς της.

Ως αναγνώστρια ποιες είναι οι επιλογές σας;
Λαϊκά παραμύθια, Μυθολογία, Λογοτεχνία, Ποίηση, Αλληλογραφίες, Ημερολόγια, Αυτοβιογραφίες, Μελέτες γύρω από την προφορικότητα των λαών κ. ά.

Προτείνετε μου τρία λαϊκά ,τρία μοντέρνα παραμύθια και τρία βιβλία από τη βιβλιοθήκη σας;
-    Ο δέντρος, Ο Τσυρόγλες, Ο Πολυροβιθάς.
-   "Τότσιγια και Ωμ" του Μιχάλη Μακρόπουλου, "Στο Ηφαίστειο" της Χριστίνας Φραγκεσκάκη,     "μυζήθρα ζυμήθρα" του Παναγιώτη Κουσαθανά.
-   "Η δύναμη του Μύθου" του Joseph Campbell, " Ο άλλος Λευκάδιος Χερν" της Κλαίρης Παπαπαύλου, "Ιστορίες απ’ όλον τον κόσμο μου" της Παυλίνας Μάρβιν.

Περιγράψτε την Αγνή Στρουμπούλη με πέντε  επίθετα.
Ορμητική, ανήσυχη, ανεξημέρωτη, μοναχική. Το πέμπτο είναι όλα τ’ άλλα επίθετα μαζί.

Τι ετοιμάζετε για το μέλλον;
Λόγια κυματούντα  Αφηγήσεις με φωνή και βιολοντσέλο, με τον Σταύρο Παργινό, στο Μουσείο Νεώτερης Κεραμικής στο Θησείο. 20, 27/1 και 3/2 /2019 στις 7 το βραδάκι.

Η Συνέντευξη δόθηκε στον Δημήτρη Μπουζάρα για το https://thematofylakes.gr  Θεματοφύλακες Λόγω Τεχνών.








Στη μυροβόλο Χίο













Το Ομήρειο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Χίου, στα πλαίσια του μήνα Θεάτρου
οργανώνει ένα διήμερο Εργαστήρι για την Τέχνη της Αφήγησης
και 3 Αφηγήσεις στα Νηπιαγωγεία Βροντάδου και Λιβαδίων, 13 και 14 Νοεμβρίου.
Ε, βέβαια, θα 'μαι κι εγώ εκεί μ' ένα κόκκινο βρακί!

Ο Δέντρος που φύτρωσε πριν ένα χρόνο





















Έφυγαν, λέει, νύχτα από το χωριό, όλο το χωριό. Τους κυνηγούσαν.
Εκείνη είχε ένα λεχούδι στην αγκαλιά της•  νύχτωνε, χάθηκε από τους άλλους.
Χώθηκε στην κουφάλα ενός δέντρου, κι έμεινε εκεί κρυμμένη τρεις μέρες, θηλάζοντας το μωρό,
μην κλάψει και την προδώσει…
Άραγε ξαναπέρασε, αργότερα από ‘κείνο το δέντρο; Διηγήθηκε ποτέ στο παιδί πως αυτή η ελιά τους έσωσε;
Κοριτσάκι 10 – 11 χρόνων, το σκάει από την οικογενειακή γιορτή, βράδυ, κατεβαίνει τη σιδερένια σκάλα της αυλής  
και πάει στην αμυγδαλιά. Αγκαλιάζει τον κορμό, κολλάει το πρόσωπο στην ανώμαλη επιφάνεια και ψιθυρίζει λόγια παρηγορητικά•  γιατί στο μεγάλο κρυστάλλινο βάζο, είχανε κόψει κλαριά ανθισμένα, μέσα Δεκέμβρη,           
να λαμπρύνουν τη γιορτή.
Αργότερα στο λύκειο, το διάλλειμα η παρέα μαζεύεται γύρω απ’ το μεγάλο δέντρο της αυλής.
Ένα κορίτσι βγάζει το σουγιαδάκι και ενώ μιλάνε, γελάνε , κοροϊδεύουν, χαράζει γράμματα στο κορμό του.
Κι εκείνη φωνάζει: «Σταμάτα! Πονάει! Σταμάτα!»
Ψυχικά επιβιώματα μιας αρχέγονης συνείδησης, της εποχής που όπως λένε τα παραμύθια: τα ζώα μιλούσανε 
μ’ ανθρώπινη λαλιά. Και ο άνθρωπος, παρ’ όλο το δέος απέναντι στη ζωή που τον περιβάλλει, συγγενεύει και διαλέγεται με όλον τον περίγυρό του, μέσα από τελετουργίες που αποδίδουν και κοινωνούν την ιερότητα κάθε ύπαρξης,        
και την λειτουργία της μέσα στο μέγιστο γεγονός Ζωή.
Στον ποιητικό και μεταφορικό τρόπο των παραμυθιών, σ’ αυτήν την κουρελού από κουρέλια-μνήμες παλαιότατων εποχών, έρχονται πολύ συχνά τα λουλούδια, τα φυτά, τα δέντρα να εικονίσουν, αλλά και να συμβολίσουν αισθήματα, καταστάσεις, σχέσεις, άρρητα με τον καθημερινό λόγο.
«Σαν ήπιε ο βασιλιάς το αίμα του σκυλιού, κι επειδή αγαπούσε πολύ την αδελφή του, 
έπεσε άρρωστος βαριά κι εφύτρωσε από την καρδιά του ένας δέντρος…»
Δέντρος είναι η δρυς. Εικόνα φριχτή, συγκλονιστική, που άμα τη δεις, αυτόματα αναπηδούν αισθήματα,
εμπειρίες που κατασταλάζουν σε επίγνωση.
Η γλώσσα μας ριζώνει στη σχέση. Όλα έχουν όνομα, δηλαδή πρόσωπο, για να συνομιλήσουμε μαζί τους,
ν’ αποκτήσουμε μέσα από τη σχέση ταυτότητα και να εξημερώσουμε την άγνοια – φόβο.
Αυτό αναδεικνύεται στα παραμύθια και σ’ όλα τα είδη του προφορικού λόγου.
Εκεί που παίρνει το πάνω χέρι ο ρυθμός, η μουσική, η εικόνα, η λιτότητα.
Από ένα σημείο και μετά, βίαια, συντονιστήκαμε με άλλους ρυθμούς.
Η συνείδηση του «παιδιού» μέσα στη Δημιουργία ενός Πατέρα, που δι’ αυτής του μιλά και το καθοδηγεί,
μεταβλήθηκε στο μοναχικό άναρχο πλάσμα, που απώλεσε την οργανική σχέση με το περιβάλλον του, απώλεσε
την ιερότητα του μυστηρίου της άγνοιάς του.
Λατρεύω τα παραμύθια• είναι το περιβόλι όπου βρίσκουν τρόπο να εικονιστούν αρχέγονες μνήμες,   
που αισθάνομαι καθαρά ότι κληροδοτούνται και δεν σβήνονται, όσο κι αν ζούμε σε ουρανοξύστες…
Ο τρόπος που τα προσεγγίζω είναι η γοητεία που ασκούν μέσα μου, κι ας μην καταλαβαίνω γρι•  έχουμε πολλούς τρόπους να αντιλαμβανόμαστε και να κατανοούμε. Κι έπειτα, στη μακρόχρονη σχέση μαζί τους, ήπια και αγαπητικά φανερώνουν τα μυστικά τους, δηλαδή γίνονται οι συνδέσεις με την σημερινή ζωή• και δεν έχουν τελειωμό…
Για σκεφτείτε πόσα χρόνια κοσκινίζονται από στόμα σε στόμα, κι από εμπειρία σε εμπειρία για να μπορούν να συγκινούν… Είναι ένα πυκνό σώμα μνήμης, που συμπεριλαμβάνει το γεγονός Ζωή, σ’ όλες τις μύχιες εκφάνσεις του.
Ο υπότιτλος και κριτήριο επιλογής των παραμυθιών αυτής της συλλογής, είναι όπως καταλαβαίνετε συμβατικός.
Ένα παιχνίδι – κίνητρο της έκδοσης.
Ο λόγος των παραμυθιών δεν είναι κυριολεκτικός, δεν μιλούν για τα φυτά  και τα δέντρα… σ’ αυτήν την περίπτωση
είναι πολύ πιο χρήσιμο ένα βιβλίο Φυτολογίας.
Σας προσκαλούμε μ’ αυτήν την αφορμή, να βρείτε παραμύθια που αγαπώ
κι εύχομαι ν’ αγαπήσετε κι εσείς.                                                                                               
                                                                                                   Α. Σ.
                                                                                          Μάρτης του ‘16

Δυο λόγια για τα λαϊκά παραμύθια στις κρυψώνες

     











Τα λαϊκά παραμύθια μεταφέρθηκαν, μέσα στους αιώνες, μόνο με τον προφορικό λόγο, μέχρι ν’ αρχίσουν να καταγράφονται  κατά τον 19ο αιώνα.
Είναι ένας λόγος μεταφορικός, ποιητικός, γεμάτος μνήμες και μυστικά. Ακολουθώντας τους νόμους της προφορικότητας, υποτάσσεται στη μουσική των φθόγγων, μιλά με εικόνες, έχει οικονομία και κυρίως έχει ελευθερία στην έκφραση που πλημμυρίζει από τους χυμούς της ζωντανής επικοινωνίας.
Το ότι επιβίωσαν μέσα σε τόσους αιώνες, μαρτυρά το βαθύ τους ρίζωμα στα «χούγια» της ψυχής μας.
Τα τελευταία εξήντα χρόνια, με τις ραγδαίες αλλαγές στην καθημερινότητά μας –αστικοποίηση, εργασία, κατοικία, διατροφή, ντύσιμο, ψυχαγωγία, σχέση με την οικογένεια, την Φύση, σχέση με το σώμα και κυρίως σχέση με το Θεό – βρισκόμαστε σε κατάσταση παραζάλης και χάνουμε τα φίλτρα μας απέναντι στο «αλλότριο», που πάντα ως λαός καλοδεχόμαστε, αλλά είχαμε τη δύναμη και ν’ αφομοιώνουμε.
Πού το παιγνιώδες, ανατρεπτικό πνεύμα των παππούδων μας που μιλούσαν με το αίνιγμα, το περιπαιχτικό στιχάκι, τη μεταφορά… που πατούσαν γερά πάνω στα πόδια τους και μπορούσαν να διαλεχτούν με το γνωστό και το άγνωστο στη ζωή τους, καλλιεργώντας και αναπτύσσοντας ευφάνταστους τρόπους όπως τους μαρτυρά η μεγάλη ποικιλία της προφορικής μας παράδοσης: τραγούδια, νανουρίσματα, μοιρολόγια, λαχνίσματα, ταχταρίσματα, παινέματα, γλωσσοδέτες, χελιδονίσματα, αινίγματα, ξορκίσματα και πολλά άλλα, και βεβαίως παραμύθια!
Τώρα, στο σχολικό περιβάλλον, αν ο δάσκαλος δεν έχει μια ιδιαίτερη προτίμηση, μνήμη ή μύηση στα παραμύθια, ίσως του φανούν παράξενα, ξένα, «ακατάλληλα»!
Ναι, ζητούν άλλη σχέση με τα παιδιά, σχέση «συνενοχής», αυτήν που μοιραζόμαστε με τον άλλο μυστικά!
Ξεκινάμε με τους μαθητές μας μαζί• πιασμένοι από το χέρι μπαίνουμε σ’ ένα μαγικό περιβόλι, βιώνουμε την ίδια εμπειρία που δεν ξέρουμε από την αρχή τι ίχνη θ’ αφήσει στον καθένα μας.
Κάποιοι θα γοητευθούν πολύ, άλλοι λιγότερο, πάντως είναι σίγουρο πως αν συγκινούν αυτόν που τα μεταφέρει, η συγκίνηση αυτή μεταδίδεται με τους άρρητους τρόπους του σώματος, του βλέμματος, της χροιάς της φωνής.
Γι αυτούς που θα το τολμήσουν, διευκρινίζω ότι η θεματική επιλογή είναι απολύτως συμβατική. Όπως είπαμε ο λόγος δεν είναι κυριολεκτικός, αλλά μεταφορικός, οπότε υπάρχει δεύτερο και τρίτο… και νιοστό επίπεδο ανάγνωσης.
Τα αφηγούμαι πάνω από 20 χρόνια κι ακόμη, κάθε φορά α ν α κ α λ ύ π τ ω !
Γιατί σφύζουν από ζωή κι άρα η κατανόηση εξαρτάται από την ωριμότητα, την ευαισθησία, τους προβληματισμούς του αποδέκτη τους. Οπότε, σας προτείνω  να μην ακολουθήσουν ανιαρές συζητήσεις για το συμπέρασμα, που σαν απόχη πάει να φυλακίσει το πέταγμα της φαντασίας, τη διαισθητική διαδρομή που θα βρει τον δικό της χρόνο να κατασταλάξει σε νόημα. Άλλωστε το κουκούτσι των λαϊκών παραμυθιών περιέχει το βαθύτερο «θέλω» ενός ανθρώπου, όπως είναι τα παιδιά κι όχι όπως οι τρέχουσες νουθετήσεις που δεν προωθούν τα ρεύματα της ζωής, αλλά το φόβο μην ξεχωρίσουμε από την μέση αντίληψη του «καλού» παιδιού, κι αργότερα του «καλού» πολίτη.
Τα λαϊκά παραμύθια στοχεύουν στον ώριμο άνθρωπο, που αντέχει τις αντιφάσεις της ζωής και λαχταράει να την γευτεί ως το τέλος.
Το παραμύθι ακολουθείται από σιωπή. Παρατηρείστε το βλέμμα, το σώμα των μαθητών σας να δείτε τι μιλούν και λέγουν αυτά.
Η ιδιαιτερότητα της μορφής - σύνταξη, λέξεις… - των παραμυθιών είναι το περιεχόμενό τους, δεν μεταγλωττίζονται στον καθημερινό μας λόγο, γιατί τότε αποδομούνται, καταντούν ανόητα. Αυτό που μεταφέρουν μεταδίδεται μέσα από τη μουσικότητα του λόγου, την ιδιαιτερότητα των λέξεων. Άλλωστε τα παιδιά καταλαβαίνουν από τα συμφραζόμενα και κυρίως από το αίσθημα που φέρουμε. Ας μην τα διαψεύσομε στο αίσθημα• όλα τα φέρουμε και όλα τα αναγνωρίζουμε. Η ζωή μας ξεπερνάει, είναι ένα ακατανόητο θαύμα, στο οποίο καλούμαστε να συμμετάσχουμε ολόκληροι.

Στα παραμύθια που διάλεξα έχω κάνει κάποια επιμέλεια κατά τη δική μου αντίληψη και αισθητική, άλλωστε συμβιώνουμε πολλά χρόνια, τους είμαι αφοσιωμένη και μου το επιτρέπουν.
Καλή διαδρομή!                                                                                                                                    

Κείμενο που έγραψα το 2017 για το βιβλίο της Άννας Νεπαυλάκη "Φτού και βγαίνω" 8 κρυψώνες αυτοεκτίμησης.     Αυτή είναι η εισαγωγή προς τους "χρήστες" του βιβλίου, που περιέχει και 8 λαϊκά παραμύθια. Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ.